δύναμαι


δύναμαι
δύναμαι мочь, быть в состоянии fut δυνήσομαι aor. ἐδυνήθην d. р.

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δύναμαι" в других словарях:

  • δύναμαι — βλ. πίν. 159 (σε λόγιες εκφράσεις, μόνο στον ενεστ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δύναμαι — to be able pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δύναμαι — (AM δύναμαι) 1. έχω τη δύναμη, την ικανότητα, είμαι σε θέση, μπορώ («ὥστε μὴ δύνασθαι μεταβαλεῑν την χώραν», Πολύβ.) 2. έχω την ελευθερία, το δικαίωμα να κάνω κάτι («δυνήσεται πρόσοδον ποιήσασθαι τῷ δικαστηρίῳ») 3. είμαι κατάλληλος («γῆ δυναμένη… …   Dictionary of Greek

  • δεδυνημένα — δύναμαι to be able perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδυνημένᾱ , δύναμαι to be able perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδυνημένᾱ , δύναμαι to be able perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδύνησθε — δύναμαι to be able perf imperat mp 2nd pl δύναμαι to be able perf ind mp 2nd pl δύναμαι to be able plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνάσθην — δύναμαι to be able imperf ind mp 3rd dual (homeric ionic) δύναμαι to be able aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) δύναμαι to be able aor ind pass 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δύνασθε — δύναμαι to be able pres imperat mp 2nd pl δύναμαι to be able pres ind mp 2nd pl δύναμαι to be able imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδυνάσθην — δύναμαι to be able imperf ind mp 3rd dual δύναμαι to be able aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) δύναμαι to be able aor ind pass 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδυνημέναι — δύναμαι to be able perf part mp fem nom/voc pl δεδυνημένᾱͅ , δύναμαι to be able perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδυνημένον — δύναμαι to be able perf part mp masc acc sg δύναμαι to be able perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδυνημένων — δύναμαι to be able perf part mp fem gen pl δύναμαι to be able perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)